διήθηση

Διαδικασία διαχωρισμού στοιχείων που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα. Η επεξεργασία αυτή εφαρμόζεται σε πολλούς τομείς. δ. αερίων.Πραγματοποιείται είτε κατευθύνοντας τον αέρα, που περιέχει πολύ λεπτές σκόνες, να περάσει μέσα από ειδικά φίλτρα, είτε με το σύστημα της ηλεκτροστατικής δ. Τα φίλτρα για αέρια αποτελούνται από διάτρητους σωλήνες, καλυμμένους με διηθητικά υφάσματα από κάνναβη ή από μαλλί και ενωμένους με έναν θάλαμο. Οι σωλήνες αυτοί τίθενται σε ταλάντωση. Όταν το αέριο διέρχεται μέσα από τους σωλήνες με κατεύθυνση από κάτω προς τα πάνω, αφήνει στα υφάσματα τα στερεά σωματίδια. Αυτά, εξαιτίας των ταλαντώσεων, πέφτουν και συλλέγονται σε ένα φορείο, απ’ όπου αφαιρούνται κατά περιόδους. Στην ηλεκτροστατική δ. το αέριο περνά μέσα από ένα ηλεκτρικό πεδίο υψηλού δυναμικού· το πεδίο αυτό δημιουργείται με δύο αντικείμενα ηλεκτρόδια. To γειωμένο θετικό ηλεκτρόδιο έχει μεγάλη επιφάνεια και αποτελεί συνήθως τον αγωγό διέλευσης του αερίου· το αρνητικό αποτελείται από ένα σύρμα ή σειρά συρμάτων και βρίσκεται υπό υψηλή τάση. Όταν το αέριο διασχίσει το ηλεκτρικό πεδίο, τα στερεά σωματίδια και τα σταγονίδια υγρού που περιέχονται σε αυτό ιονίζονται και προσκολλώνται στην επιφάνεια του θετικού ηλεκτροδίου. Η ηλεκτροστατική δ. επιτρέπει τον διαχωρισμό πολύ λεπτών κόνεων από τα αέρια και εφαρμόζεται στη βιομηχανία, όταν πρέπει να καθαριστούν αέρια από επιβλαβείς σκόνες ή όταν επιδιώκεται η επανάκτησή τους. Η ηλεκτροστατική δ. χρησιμοποιείται συνήθως στη διύλιση ανθράκων, στις υφαντουργικές βιομηχανίες, στις βιομηχανίες τσιμέντου και σε άλλες βιομηχανίες. δ. υγρών.Διαδικασία με την οποία πραγματοποιείται ο διαχωρισμός ενός υγρού από τα στερεά σωματίδια που βρίσκονται διασκορπισμένα μέσα σε αυτό. Αυτό επιτυγχάνεται όταν υποχρεώσουμε το υγρό να περάσει μέσα από ένα σώμα ή από μία πορώδη επιφάνεια κατάλληλου τύπου. Η αναλυτική χημεία καταφεύγει συχνά στη δ., ενώ και στη βιομηχανία η κατεργασία αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί με αυτή λαμβάνονται διαυγή υγρά και καθίσταται δυνατή η συγκέντρωση διαλυμάτων που πρέπει να κρυσταλλωθούν ή κρυσταλλικών ουσιών που πρέπει να διαχωριστούν από τα λεγόμενα μητρικά ύδατα. Ανάλογα με τον τύπο του υγρού και τον τύπο των αιωρούμενων στερεών ουσιών, οι επιφάνειες που χρησιμοποιούνται στη δ. (ηθμός ή φίλτρα) αποτελούνται από ύφασμα, από χαρτί, από χαρτόνι ή από κεραμικά διαφράγματα, από στρώματα άμμου κλπ. Οι στερεές ουσίες συγκρατούνται από τις επιφάνειες, ενώ τα υγρά διέρχονται από αυτές και γίνονται διαυγή. Υπάρχουν φίλτρα για χημικά εργαστήρια και φίλτρα για βιομηχανικές χρήσεις. Τα πρώτα αποτελούνται συνήθως από γυάλινες χοάνες διαφόρων μεγεθών και από φίλτρα κοινού ή πτυχωτού χάρτου, ανάλογα με το αν επιθυμούμε να συλλέξουμε ένα ίζημα ή αν θέλουμε να λάβουμε μόνο ένα διαυγές υγρό (διήθημα). Η δ. στο εργαστήριο μπορεί να επιταχυνθεί αν απορροφήσουμε τον αέρα με μία αντλία και προκαλέσουμε έτσι κενό στο εσωτερικό του φίλτρου, το οποίο στην περίπτωση αυτή είναι προτιμότερο να αποτελείται από πορσελάνη με διάτρητα διαφράγματα (φίλτρο Μπούχνερ). Σε βιομηχανική κλίμακα γίνεται η δ. του πόσιμου νερού και πολλών υδάτων για βιομηχανική χρήση. Στις περιπτώσεις αυτές ενδιαφέρει συνήθως μόνο η διαύγεια των υγρών, αν όμως στόχος είναι η επανάκτηση των υλικών που συλλέγονται επάνω στο φίλτρο, πρέπει να χρησιμοποιηθούν καταλληλότερα βιομηχανικά φίλτρα. Για την επιλογή του κατάλληλου φίλτρου έχει επίσης σημασία και η ποσοτική αναλογία του υγρού ως προς το στερεό που θέλουμε να διαχωρίσουμε. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να καταφύγουμε στη φυγοκέντριση αντί στη δ. Γενικά μπορεί να ειπωθεί ότι η δ. και η φυγοκέντριση είναι προτιμότερες από τον απλό καθαρισμό, όταν το περιεχόμενο σε στερεές ουσίες είναι αρκετό. Μπορούμε να κατευθύνουμε το υγρό να διέλθει μέσα από το φίλτρο και να δημιουργήσουμε μια διαφορά πίεσης πριν ή μετά το πέρασμα από τη συσκευή. Υπάρχουν φίλτρα πίεσης και φίλτρα κενού, ανάλογα με το σημείο στο οποίο δημιουργείται αυτή η διαφορά πίεσης. Υπάρχουν επίσης φίλτρα συνεχούς και ασυνεχούς λειτουργίας. Στα πρώτα ο ηθμός καθαρίζεται χωρίς να διακοπεί η δ., ενώ στα δεύτερα είναι αναγκαία η διακοπή της δ. για τον καθαρισμό του ηθμού. Οι πιεστικοί ηθμοί, το φίλτρο Μουρ, το Κέλι κ.ά. είναι φίλτρα πίεσης ασυνεχούς λειτουργίας. Τα φίλτρα με τύμπανο, τα περιστροφικά, τύπου Όλιβερ, είναι συσκευές συνεχούς λειτουργίας που επεξεργάζονται το υγρό με τη βοήθεια κενού. Οι πιεστικοί ηθμοί αποτελούνται από έναν αριθμό πλαισίων από ξύλο ή χυτοσίδηρο, είναι κενά ή πλήρη εναλλάξ και τοποθετούνται ανάμεσα σε δύο πλάκες από πολύ ανθεκτικό χυτοσίδηρο. Από τις πλάκες αυτές η μία είναι σταθερή και η άλλη κινητή. Τα πλαίσια στηρίζονται σε δύο οριζόντιες και παράλληλες χαλύβδινες ράβδους· στις πλευρές των πλαισίων έχει τοποθετηθεί το διηθητικό ύφασμα έτσι ώστε να σχηματίζει ένα είδος σάκου με το ύφασμα της αντίθετης πλευράς, ο οποίος είναι ανοιχτός στο επάνω μέρος και επικοινωνεί με έναν αγωγό (που σχηματίζεται από οπές στα πλαίσια) που φέρει το υγρό προς δ. Το σύνολο των πλαισίων συσφίγγεται ώστε να ασκείται πίεση προς τα έξω. Το υγρό υπό πίεση διασχίζει το ύφασμα πάνω στο οποίο αφήνει τα περιεχόμενα στερεά σωματίδια. Η ακολουθία των οπών που έχουν τα πλαίσια σχηματίζει συνεχείς αγωγούς για να διαφεύγει το διηθημένο υγρό καθώς και το νερό απόπλυσης που τυχόν υπάρχει. Τα υγρά εκκενώνονται με κρουνούς που είναι τοποθετημένοι σε κάθε πλαίσιο. Ο ηθμός Μουρ είναι ένα είδος πιεστικού ηθμού, κατάλληλος για να διηθεί μεγάλες ποσότητες στερεών υλικών όπως, για παράδειγμα, στην επεξεργασία των ορυκτών. Ο οριζόντιος κυλινδρικός ηθμός Κέλι έχει μεγάλη διηθούσα επιφάνεια και χρησιμοποιείται στα διυλιστήρια πετρελαίου, στις βιομηχανίες χρωστικών ουσιών, στα ζαχαροποιεία κλπ. Όλα τα φίλτρα ασυνεχούς λειτουργίας έχουν το μειονέκτημα ότι απαιτούν αρκετά μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών για την απόξεση των ηθμών. Γι’ αυτό η σύγχρονη βιομηχανία τείνει να χρησιμοποιεί φίλτρα συνεχούς λειτουργίας. Τα περιστρεφόμενα φίλτρα τύπου Όλιβερ αποτελούνται από ένα κυλινδρικό τύμπανο με μεταβλητή διάμετρο, που κυμαίνεται από μερικά δέκατα του μέτρου έως 5 μ., και μήκος 6-7 μ. Το κεντρικό τμήμα του τυμπάνου συνδέεται με την εξωτερική περιφέρεια με σωλήνες απορρόφησης. Η περιφέρεια υποδιαιρείται συνήθως σε 4 τομείς, με διαζώματα παράλληλα προς τον άξονα, τα οποία συγκρατούν το ύφασμα ή το μεταλλικό δίκτυο που σχηματίζει τη διηθούσα επιφάνεια. Το τύμπανο περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του και είναι βυθισμένο σε ένα δοχείο που περιέχει το διάλυμα προς δ., λίγο μικρότερο από το μισό της διαμέτρου του. Οι διάφοροι τομείς τίθενται σε κενό διαδοχικά και αυτόματα με μία αντλία, έτσι ώστε κατά τη διάρκεια της βύθισης να απορροφάται το υγρό. To φίλτρο συνδέεται με ένα σύστημα απόπλυσης (αποξεστικές λεπίδες καθαρίζουν το ύφασμα από τα υλικά που εναποτίθενται σε αυτό), πεπιεσμένο αέρα, ρυθμιστικά συστήματα κλπ. Αυτοί οι τύποι φίλτρων χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη χημική βιομηχανία. διηθητικός χάρτης. Ειδικό πορώδες χαρτί κατασκευασμένο από καθαρή κυτταρίνη, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή ηθμών για δ. Ο διηθητικός χάρτης που χρησιμοποιείται στους ποσοτικούς προσδιορισμούς υφίσταται μία ειδική κατεργασία με οξέα, ώστε να απομακρυνθούν όλες ή οι περισσότερες ανόργανες ουσίες που περιέχει. ηλεκτρικά φίλτρα. Κυκλώματα τα οποία αποτελούνται από αποθηκευτικά στοιχεία (πυκνωτές και πηνία) συνδεδεμένα κατά διάφορους τρόπους μεταξύ τους, τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ μιας πηγής και μιας κατανάλωσης. Η ενέργεια την οποία μεταδίδουν στην κατανάλωση εξασθενεί σημαντικά είτε πάνω από δεδομένα συχνότητας f1 (βαθυπερατά φίλτρα) είτε κάτω από μία συχνότητα f2 (υψιπερατά φίλτρα). Αν συνδυάσουμε κατάλληλα τα αποθηκευτικά στοιχεία, έχουμε απόσβεση μόνο μεταξύ δύο συχνοτήτων (φίλτρα αποκλεισμού ζώνης) ή εκτός ενός πεδίου που ορίζεται ανάλογα (φίλτρα διέλευσης ζώνης). Οι συχνότητες που χαρακτηρίζουν με τον τρόπο αυτό τα φίλτρα λέγονται συχνότητες αποκοπής ή οριακές. Στις συχνότητες αποκοπής δεν υπάρχει απόλυτη ασυνέχεια της μεταβολής της απόσβεσης, αλλά η μεταβολή είναι τόσο ευκρινέστερη όσο μικρότερες είναι οι επιδράσεις των φαινομένων απωλειών. ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ ΜΕ ΤΥΜΠΑΝΟ Περιστροφικό φίλτρο με οριζόντιο τύμπανο. Στο εσωτερικό του φίλτρου δημιουργούμε κενό, ώστε να αναρροφάται το υγρό που βρίσκεται στο δοχείο όπου είναι βυθισμένο το τύμπανο· τα αιωρούμενα στο υγρό στερεά σώματα εναποτίθενται στα εξωτερικά τοιχώματα του τυμπάνου, από όπου περισυλλέγονται με λεπίδες ή με σύρματα. Διηθητικό φίλτρο παλαιάς τεχνολογίας.
* * *
η (Α διήθησις) [διηθώ]
διύλιση, φιλτράρισμα
νεοελλ.
φυσιολ. η μετακίνηση υγρού μέσα από τους πόρους ενός οργανικού διαφράγματος εξαιτίας τής διαφοράς πιέσεως
αρχ.
1. η διήθηση τών ούρων από τα νεφρά
2. αιμορραγία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διήθηση — η το στράγγισμα, η διύλιση υγρού: Στάδιο της οινοποιίας είναι και η διήθηση του κρασιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διηθήσῃ — διηθήσηι , διήθησις straining fem dat sg (epic) διηθέω strain through aor subj mid 2nd sg διηθέω strain through aor subj act 3rd sg διηθέω strain through fut ind mid 2nd sg διηθέω strain through aor subj mid 2nd sg διηθέω strain through aor subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζάχαρη — Κοινή ονομασία για τη σακχαρόζη, οργανική ένωση του τύπου C12Η22Ο12 που υπάρχει άφθονη στο ζαχαροκάλαμο και στα τεύτλα, από τα οποία γίνεται η βιομηχανική παρασκευή της. Είναι ένας δισακχαρίτης ο οποίος σχηματίζεται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα …   Dictionary of Greek

  • άρδευση — Η τεχνητή προσαγωγή νερού στις καλλιέργειες, απαραίτητη για την ανάπτυξη των φυτών, ώστε να συμπληρωθεί το έλλειμμα που προέρχεται από την ανεπάρκεια των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων. Για την ά. χρησιμοποιούνται νερά που προέρχονται από πηγές,… …   Dictionary of Greek

  • δερματολογία — Κλάδος της ιατρικής που μελετά το δέρμα, τα εξαρτήματά του και τις ασθένειές τους. Οι παθήσεις του δέρματος ήταν οι πρώτες που αναγνωρίστηκαν και εξετάστηκαν, επειδή ήταν πολύ εμφανείς. Σε κείμενα που προέρχονται από τον ασσυροβαβυλωνιακό, τον… …   Dictionary of Greek

  • διηθητικός — Όρος που περιγράφει μια διαδικασία στην ιατρική, κατά την οποία οι ιστοί του σώματος διαπερνώνται από ένα όργανο ή έναν τύπο καρκίνου, που έχει την τάση να εξαπλώνεται πέρα από τον χώρο προέλευσής του. * * * ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται… …   Dictionary of Greek

  • ηθμός — ο (AM ἠθμός, Α αττ. τ. ἡθμός) νεοελλ. 1. κάθε μέσον που χρησιμοποιείται για διήθηση, για στράγγισμα, για σούρωμα, διυλιστήριο, στραγγιστήρι, σουρωτήρι, φίλτρο 2. χημ. πορώδες σώμα διά μέσου τού οποίου διαβιβάζεται ένα ρευστό, προκειμένου να… …   Dictionary of Greek

  • μείγμα — Ετερογενές σύστημα, του οποίου τα συστατικά (τα οποία ονομάζονται και φάσεις) διατηρούν τις ιδιότητές τους ανεξάρτητα από τον βαθμό στον οποίο έχουν αναμιχθεί. Για το λόγο αυτό, είναι δυνατός ο διαχωρισμός τους είτε με φυσικές μεθόδους, όπως… …   Dictionary of Greek

  • νερό — Χημική ένωση με τύπο Η2Ο. Υπάρχει στη φύση σε μεγάλες ποσότητες, σε υγρή, στερεή και αέρια κατάσταση. Κάθε μόριό του αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα οξυγόνου Στην αρχαία ελληνική και στην καθαρεύουσα λέγεται ύδωρ. Το ν. είναι βασικός …   Dictionary of Greek

  • υαλοβάμβακας — Γυάλινες, πολύ ψιλές ίνες, που σχηματίζουν μάζα παρόμοια με βαμβάκι. Το «βαμβάκι» αυτό είναι ελαφρό, μαλακό και ισχυρό μονωτικό. Το πάχος των νημάτων του φτάνει τα 0,01 0,006 χιλιοστά, ενώ το βάρος μάζας υ. 1 κυβικού μέτρου φτάνει μόλις τα 150… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.